Εισήγηση του Προέδρου του Ε.Κ.Θ., Παναγιώτη Τσαραμπουλίδη στο 1ο Αναπτυξιακό Συνέδριο του δήμου Θεσσαλονίκης

1ο Αναπτυξιακό Συνέδριο Θεσσαλονίκης

 

«Θεσσαλονίκη 2030: Σχεδιάζοντας ένα άλλο αστικό μέλλον»

 

Κυρίες και Κύριοι,

 

Εκ μέρους της Διοίκησης του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης θα ήθελα να συγχαρώ το δήμο Θεσσαλονίκης και την Μητροπολιτική Αναπτυξιακή Θεσσαλονίκης Α.Ε. για την πρωτοβουλία που ανέλαβε να διοργανώσει το πρώτο αναπτυξιακό συνέδριο Θεσσαλονίκης, καλώντας όλους του εμπλεκόμενους φορείς, τους θεσμικούς εκπροσώπους και τις συλλογικότητες της πόλης οι οποίοι θα συνδιαμορφώσουμε το πλαίσιο για τη Θεσσαλονίκη της επόμενης δεκαπενταετίας.

 

Ένα συνέδριο το οποίο είναι συνδεδεμένο με κάλπες, αφού η αρχική ημερομηνία διεξαγωγής του ακυρώθηκε λόγω... δημοψηφίσματος και εκ των υστέρων καθυστέρησε λόγω εθνικών εκλογών. Tο επόμενο συνέδριο από την Μητροπολιτική Αναπτυξιακή Θεσσαλονίκης να μην πραγματοποιηθεί μέσα σε αντίστοιχο κλίμα πολιτικής αστάθειας, capital controls, αξιολογήσεων και φόβου εξόδου από την Ευρωζώνη.

 

Ακούσαμε πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις και θα ακούσουμε κι άλλες. Απόψεις οι οποίες στηρίζονται στις εμπειρίες και την ιστορία, τις δράσεις και τις παρεμβάσεις του κάθε φορέα και που ελπίζουμε να ληφθούν υπόψη από τους αρμόδιους για να σχεδιάσουμε μαζί τη Θεσσαλονίκη του 2030. Μια Θεσσαλονίκη της ανάπτυξης, της ελπίδας, «πρωτεύουσας» των Βαλκανίων που θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή και η οποία δεν θα είναι το… παραπαίδι του κέντρου, αλλά πρότυπο για ολόκληρη τη χώρα. Διαθέτουμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα: το λιμάνι μας, τα δυο πανεπιστήμια και το ΤΕΙ, την Εγνατία οδό, το αεροδρόμιο, μια «ανήσυχη» νεολαία που θέλει να δημιουργήσει και δεν πρέπει να την αφήσουμε να φύγει. Μας λείπουν υποδομές, βιομηχανίες, εργοστάσια, θέσεις εργασίας. Πρέπει όλοι μαζί, δημόσια διοίκηση, τοπική αυτοδιοίκηση, φορείς, επιχειρηματίες, εργαζόμενοι να αλλάξουμε τη ρότα της πόλης. Οι εποχές είναι δύσκολες αλλά να μην ξεχνάμε πως οι κρίσεις γεννούν ευκαιρίες, τις οποίες πρέπει να εκμεταλλευτούμε!

 

Το να μιλάμε για ανάπτυξη τη δεδομένη χρονική περίοδο είναι οξύμωρο. Πως θα έρθει η ανάπτυξη όταν πριν λίγες εβδομάδες η προηγούμενη Βουλή ψήφισε το τρίτο και επαχθέστερο μνημόνιο ή συνθηκολόγηση για ορισμένους ή συμφωνία για άλλους; Μνημόνιο που θα κληθεί να εφαρμόσει η πρόσφατα εκλεγμένη κυβέρνηση με το πιστόλι των δανειστών στον κρόταφο των Ελλήνων κυριολεκτικά, αφού για να παραμείνουμε στη ζώνη του ευρώ και να συνεχιστεί η χρηματοδότηση θα πρέπει να εφαρμοστεί λέξη προς λέξη η νέα συμφωνία. Δυστυχώς, η δημιουργική ασάφεια των περασμένων μηνών δεν έφερε την πολυπόθητη χρηματοδότηση και ανάπτυξη αλλά κεφαλαιακούς ελέγχους, νέες απολύσεις, νέες μειώσεις μισθών και συντάξεων, πρόσθετους φόρους στον μικρομεσαίο επιχειρηματία και σ’ όλη την κοινωνία.

 

 

 

 

 

Πως να μιλάμε για ανάπτυξη και δημιουργία θέσεων εργασίας όταν μέσα σε ένα μήνα (Ιούνιος-Ιούλιος 2015) λόγω capital controls σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΟΑΕΔ χάθηκαν συνολικά 14.100 θέσεις εργασίας; Η ΕΛΣΤΑΤ λέει πως το δεύτερο τρίμηνο του 2015 η ανεργία έπεσε κατά δυο μονάδες, τα δικά μας στοιχεία, όπως και των υπολοίπων Εργατικών Κέντρων της Βόρειας Ελλάδας που πρόσφατα παρουσιάστηκαν μιλούν για αύξηση της ανεργίας στο τέλος του έτους κατά τέσσερις μονάδες εξαιτίας επιβολής των κεφαλαιακών ελέγχων. Σε πολλές περιοχές της Κεντρικής Μακεδονίας η ανεργία ξεπερνά το 50% του ενεργού πληθυσμού, ενώ για τη Θεσσαλονίκη το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο προβλέπει ότι η ανεργία το τρέχον έτος θα αγγίξει το 38%.

 

Πρόσφατα, η έρευνα του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για το 2014 έδειξε πως η χώρα μας κατέχει την πρωτιά σε ανεργία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πως ο αριθμός των ανέργων το πρώτο τρίμηνο του 2014 τετραπλασιάστηκε συγκριτικά με το πρώτο τρίμηνο του 2008, και πως η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα το 2014 «έπεσε» περίπου 24 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τα επίπεδα του 1984.Πριν από τριάντα χρόνια ζούσαμε καλύτερα με τα ίδια λεφτά!!!

 

Κυρίες και κύριοι,

 

Η Θεσσαλονίκη στο παρελθόν αποκαλούνταν «εργατούπολη» και «φτωχομάνα». Η πόλη στην οποία ο καθένας ερχόταν για να βρει δουλειά και στην οποία υπήρχαν ευκαιρίες, σήμερα είναι η «πρωτεύουσα της ανεργίας». Τα στοιχεία είναι αποκαρδιωτικά και μιλούν από μόνα τους. Το 2014 η ανεργία σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής στο νομό έκλεισε στο 30,2%, σχεδόν τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον πανελλαδικό μέσο όρο. Ο νομός Θεσσαλονίκης είναι μάλιστα ο δεύτερος νομός σε υψηλά ποσοστά ανεργίας, μετά το Κιλκίς στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. Αυτά λένε τα επίσημα στοιχεία, γιατί οι έρευνες και τα στοιχεία του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης κάνουν λόγο για τουλάχιστον τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες πάνω από αυτό το 30,2%.  

 

Η άνοδος της ανεργίας στη Θεσσαλονίκη στο πέρασμα των δεκαετιών είναι τρομακτική. Τη δεκαετία του ’80 μιλούσαμε για ποσοστά κάτω από το 10% και τη δεκαετία του ’90 για 10 με 12%. Από το 2001 έως σήμερα η ανεργία έχει σημειώσει άνοδο της τάξης του 19,5%.

 

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ το 2001 βρισκόταν στο 10,7%, ενώ το 2014 έκλεισε για τη Θεσσαλονίκη με ανεργία 30.2%.

 

Οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι η αντικειμενική προσέγγιση είναι διαφορετική από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, αφού αυτή δεν καταγράφει στους ανέργους όποιον δουλεύει έστω και μία ώρα την εβδομάδα, ή όποιον δεν απαντάει για τους δικούς του λόγους στο τηλέφωνο, τον τοποθετεί στον μην ενεργό πληθυσμό.

 

Τα ποσοστά της ανεργίας σήμερα είναι παρόμοια με αυτά της δεκαετίας του ’60. Κανείς στο Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης και στις τάξεις των εργαζομένων δεν φανταζόταν ότι όταν το 2011 έλεγε πως «δεν υπάρχει οικογένεια στο νομό που να μην έχει έναν τουλάχιστον άνεργο» σήμερα θα ακουγόταν ως… ευχή, αφού πλέον «δεν υπάρχει οικογένεια που να έχει τουλάχιστον έναν άνεργο» και δυστυχώς δεν υπάρχει φως στο τούνελ άμεσα. Οι εργαζόμενοι όλα αυτά τα χρόνια κλήθηκαν να πληρώσουν τα βάρη μιας κρίσης που άλλοι δημιούργησαν, με τους υπεύθυνους της κρίσης να απολαμβάνουν προκλητική ασυλία.

 

Ποιος θα φανταζόταν ότι ένας νομός πολλά υποσχόμενος σε επίπεδο βιομηχανίας θα κατέληγε σήμερα να έχει μια Βιομηχανική Περιοχή και τέσσερα βιομηχανικά πάρκα φαντάσματα; Ποιος άραγε θα μπορούσε να σκεφτεί όταν το 1964 θεμελιωνόταν το συγκρότηµα της «ESSO Papas» στα δυτικά της Θεσσαλονίκης, μια επένδυση που ξεπερνούσε τα 200 εκατομμύρια δολάρια και από τις πρώτες στη Βόρεια Ελλάδα, ότι ολόκληροι κλάδοι που αναπτύχθηκαν στην πόλη θα οδηγούνταν στον αφανισμό;

 

Γι’ αυτή την κατάσταση δεν ευθύνεται όμως μόνο η οικονομική κρίση. Η Θεσσαλονίκη βιώνει τη δική της κρίση μέσα στην κρίση.

 

Πριν ακόµα ξεσπάσουν τα οικονομικά προβλήματα το 2009, η πόλη βίωνε ήδη για περισσότερο από µια δεκαετία µια παρατεταµένη κρίση στον απόηχο της αποβιοµηχάνισής της. Οι προσδοκίες των πρωτοποριακών και υψηλών επενδύσεων, που από τις αρχές του ‘60 µέχρι τα µέσα του ‘70 έφεραν ευφορία, χάθηκαν κάπου ανάµεσα σε πολιτικά παιχνίδια, την εσωστρέφεια και την αδυναµία προσαρµογής σ’ έναν κόσµο που άλλαζε ραγδαία.

 

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Ότι στον κλάδο της υφαντουργίας στη Θεσσαλονίκη λειτουργούσαν στο παρελθόν επιχειρήσεις πολλές από τις οποίες είχαν ιδρυθεί τον προηγούµενο αιώνα όπως η ΤΕΞΑΠΡΕΤ, βαφείο νηµάτων που λειτουργούσε από τον 19ο αιώνα (έκλεισε µόλις το 2010), η υφαντουργία ΒΙΛΚΑ που είχε ιδρυθεί το 1908 και η ΥΦΑΝΕΤ που απασχολούσε 1.100 εργαζόµενους και σταµάτησε τη λειτουργία της στα µέσα της δεκαετίας του 1960.

 

Μεγάλες βιομηχανικές μονάδες που αποτελούσαν την ατμομηχανή της οικονομίας, όχι μόνο στη Βόρεια Ελλάδα αλλά σε ολόκληρη τη χώρα έκλεισαν η μια μετά την άλλη, και όσες ελάχιστες έμειναν είτε απειλούνται με λουκέτο είτε απασχολούν ελάχιστους εργαζόμενους. Από το 2004 και μετά η αποβιομηχάνιση στη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή πήρε τη μορφή χιονοστιβάδας. Η ΒΑΛΚΑΝ ΕΞΠΟΡΤ ανακοίνωσε την οριστική διακοπή της λειτουργίας της και το σύνολο του προσωπικού της απολύθηκε. Το 2006 η Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων ανακοίνωσε τη διακοπή της παραγωγικής της δραστηριότητας στη Θεσσαλονίκη αφήνοντας στο δρόμο 650 εργαζόμενους. Το 2007 ήταν μια μαύρη χρονιά για τον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας. Μέσα σε λίγους μήνες έβαλαν λουκέτο 16 εργοστάσια και μεγάλες βιοτεχνίες με αποτέλεσμα να χαθούν χιλιάδες θέσεις εργασίας. Το 2008 έκλεισαν η ΒΙΑΜΥΛ, η ΖΗΜΕΝΣ, ΑΒΕΖ, η MORITZ. Ολόκληροι κλάδοι της οικονομίας όπως τα καπνά, ο ιματισμός, η κλωστοϋφαντουργία, το ξύλο, τα τρόφιμα, τα ποτά, οι τευτλοπαραγωγοί εξαφανίστηκαν.

 

Όπως είπαμε το πρόβλημα της αποβιομηχάνισης δεν είναι πρόβλημα της κρίσης. Υπήρχε πιο πριν. Επιδεινώθηκε τη δεκαετία του ’90 με το άνοιγμα των συνόρων και τη μετεγκατάσταση εκατοντάδων επιχειρήσεων στις γειτονικές βαλκανικές χώρες και είχε ως αποτέλεσμα τον σταδιακό αφανισμό μεγάλων κλάδων παραγωγής που οδήγησε περισσότερους από 80.000 εργαζόμενους στην κλωστοϋφαντουργία και τα καπνικά επαγγέλματα στην ανεργία.

 

Ο κλάδος των κατασκευών και η «κατάρρευσή» του είναι επίσης ένα από τα μεγάλα προβλήματα αφού απασχολούσε χιλιάδες εργαζόμενους στην οικοδομή και τα συναφή επαγγέλματα. Το πρόβλημα δεν απασχολεί και δεν αφορά μόνο τους οικοδόμους αλλά χιλιάδες εργαζόμενους και αυτοαπασχολούμενος. Παρέσυρε κλάδους και επαγγέλματα που δραστηριοποιούνταν γύρω από την οικοδομή και τις κατασκευές, όπως είναι οι εργαζόμενοι στα λατομεία, τη μεταποίηση και την εμπορία οικοδομικών υλικών, τεχνικούς, μηχανικούς, δικηγόρους, συμβολαιογράφους και άλλους πολλούς.

 

 

Κυρίες και Κύριοι,

 

Όλα αυτά τα χρόνια η πόλη βλέπει το ένα λουκέτο να διαδέχεται το άλλο. Σαν ντόμινο «έπεσαν» τα μεγάλα εργοστάσια, ενώ η χιονοστιβάδα των «λουκέτων» σάρωσε στο πέρασμά της και τις μικρότερες επιχειρήσεις ακόμα και στο κέντρο της πόλης.

 

Η Θεσσαλονίκη είναι η «πρωταθλήτρια της ανεργίας» και θα παραμείνει εάν δεν κάνουμε κάτι. Εάν όλοι οι φορείς δεν ενώσουμε τις δυνάμεις μας να κάνουμε τα αδύνατα, δυνατά! Ας πάρουμε για παράδειγμα το ΜΕΤΡΟ. Ένα έργο πνοής για την πόλη που θα μπορούσε να προσφέρει, βάσει σχεδίου περισσότερες από 3.000 θέσεις εργασίας, όχι μόνο δεν ολοκληρώνεται. Τα εργοτάξια έχουν κλείσει, η ανάδοχος εταιρία έχει προχωρήσει σε απολύσεις σχεδόν του συνόλου των εργαζομένων τόσο στον κατασκευαστικό όσο και στον αρχαιολογικό τομέα, η πόλη παραμένει μια… ανοιχτή τρύπα, το έργο κινδυνεύει με απένταξη από την ΕΕ και η πολιτική ηγεσία του υπουργείου δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλίες.

 

Ας πάρουμε και ένα δεύτερο παράδειγμα. Η ΕΛΒΟ, μια βιομηχανία ανταγωνιστική με παραγγελίες από το εξωτερικό που είναι πυλώνας ανάπτυξης όχι μόνο για τη Θεσσαλονίκη αλλά γενικότερα για τη Βόρεια Ελλάδα και το σύνολο της χώρας, δεν ξέρει τι της ξημερώνει. Τα αρμόδια υπουργεία Οικονομικών και Εθνικής Άμυνας δεν ξεκαθαρίζουν τη στάση τους. Ποιο είναι το αποτέλεσμα της μη λήψης συγκεκριμένων αναπτυξιακών πρωτοβουλιών; Μια εταιρία που το 2002 είχε περίπου 1200 εργαζόμενους σήμερα να απασχολεί μόλις 340.

 

Κυρίες και Κύριοι,

 

Για εμάς το μεγαλύτερο πρόβλημα της Θεσσαλονίκης είναι η ανεργία και η αποβιομηχάνισή της, που τα αποτελέσματά τους αποδιοργανώνουν την κοινωνία, τον κοινωνικό ιστό. Η συνεχής μείωση της αγοραστικής δύναμης και ικανότητας των εργαζομένων συμπαρασύρουν τους υπόλοιπους τομείς της αγοράς. Ταυτόχρονα, η μη ολοκλήρωση μεγάλων έργων καθυστέρησαν σημαντικά και στέρησαν από την πόλη τις δυνατότητες να παίξει καθοριστικό ρόλο στα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

 

Το κράτος πεισματικά όλα αυτά τα χρόνια επιλέγει να μην ακουμπά τις γενεσιουργές αιτίες των προβλημάτων που μας οδήγησαν στην κρίση και να μην προχωρά στην καταπολέμηση της παραοικονομίας, η οποία όπως αποδεικνύουν και τα επίσημα στοιχεία του ΟΑΣΑ στη χώρα μας ανέρχεται σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ. Το κράτος εάν ήθελε πραγματικά να αντιμετωπίσει την παραοικονομία θα μπορούσε να κερδίσει πολλά δισεκατομμύρια ευρώ από φόρους και να φέρει τον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων.

 

Για εμάς, πρέπει να δοθεί πραγματική ώθηση στον πρωτογενή τομέα. Θα πρέπει μέσα από την ανάπτυξη κλαδικών πολιτικών να ενισχυθούν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της κάθε περιοχής. Να παράγουμε τα προϊόντα που καταναλώνουμε. Να βάλουμε ένα τέλος στην υπερ-εισαγωγή προϊόντων για την κάλυψη των αναγκών μας. Να αναστήσουμε τον πρωτογενή και τον δευτερογενή τομέα στη Βόρεια Ελλάδα και κυρίως στην πόλη μας που έχουν αφανιστεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το πολυπόθητο αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας πρέπει επιτέλους να αλλάξει. Πρέπει να αλλάξουμε όλοι.

 

Σήμερα όσο ποτέ είναι απαραίτητη η διαμόρφωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος ευνοϊκού για τις Μικρομεσαίες επιχειρήσεις με στόχο της αναζωογόνηση της τοπικής οικονομίας. Οι όποιες ενισχύσεις δίνονται και τα χρήματα θα πρέπει να καταλήγουν στην πραγματική οικονομία και όχι στις τσέπες όσων διαιωνίζονται.

 

Θα πρέπει μέσα από την ανάπτυξη κλαδικών πολιτικών να ενισχυθούν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της κάθε περιοχής και να δοθεί βαρύτητα στη διασύνδεσή τους με την εκπαίδευση.

 

Εκεί μπορούμε να φανούμε χρήσιμοι με το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ και το παράρτημα της Κεντρικής Μακεδονίας. H αναγκαιότητα και η σημασία της επαγγελματικής κατάρτισης, της δια βίου εκπαίδευσης και της συνεχούς επιμόρφωσης δεν τίθεται πλέον σε αμφισβήτηση από κανέναν. Στην Ελλάδα η κατάρτιση ενηλίκων παρουσιάζει σημαντική αύξηση τις δυο πρόσφατες δεκαετίες, με εντυπωσιακή ανάπτυξη της ζήτησης και προσφοράς την δεκαετία του ‘90. Το Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ ιδρύθηκε το 1990 και στα χρόνια  λειτουργίας του επιδεικνύει ένα πλούσιο έργο, στους τομείς της επιστημονικής έρευνας, της κατάρτισης, της επιμόρφωσης, της δια βίου μάθησης και της τεκμηρίωσης των θέσεων και των διεκδικήσεων της ΓΣΕΕ και ευρύτερα του συνδικαλιστικού κινήματος της χώρας. Έχει ως στόχο τη δομημένη παρέμβαση στις διαδικασίες ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού, την ουσιαστική αναγνώριση των συνδικάτων, τις ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στην επαγγελματική κατάρτιση και την επανένταξη των εργαζομένων. Όλα αυτά επιτυγχάνονται μέσα από συγκεκριμένες, πολυεπίπεδες δράσεις, σεμινάρια και μελέτες. Ιδιαίτερα μάλιστα κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και της ύφεσης το Ινστιτούτο Εργασίας, αξιολογώντας εκ των προτέρων τις εφαρμοζόμενες πολιτικές, προέβλεψε έγκυρα και με επιτυχία τόσο θεωρητικά όσο και ποσοτικά τις δυσμενείς εξελίξεις για τα οικονομικά και κοινωνικά μεγέθη στην Ελλάδα. Παράλληλα, επεξεργάστηκε τεχνικά και επιστημονικά τις προτάσεις και τις διεκδικήσεις της ΓΣΕΕ για την ανάσχεση της ύφεσης και την εναλλακτική πρόταση της παραγωγικής ανασυγκρότησης, της αναδιανομής του εισοδήματος, της απασχόλησης, της καταπολέμησης της ανεργίας και της ανασύστασης του κράτους πρόνοιας στην χώρα μας.

 

Κυρίες και κύριοι,

 

Η ίδια η Πολιτεία είναι αυτή που πρέπει να βάλει «φρένο» στην αφερεγγυότητα των εργοδοτών απέναντι στους εργαζόμενους και να επιβάλει νομικές κυρώσεις για τους «κακούς» εργοδότες που αρνούνται να πληρώσουν τους υπαλλήλους τους. Να ενισχυθεί το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας που στη Βόρεια Ελλάδα όπως άλλωστε και στην υπόλοιπη χώρα αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα λειτουργίας. Στην Κεντρική Μακεδονία μερικές δεκάδες μόλις εργαζόμενοι καλούνται να επιθεωρήσουν χιλιάδες επιχειρήσεις, δεν έχουν οχήματα, κονδύλια για το γραφείο αλλά και τα καύσιμα της μετακίνησης προκειμένου να πραγματοποιούν επιτόπου ελέγχους. Πρέπει, να λυθούν τα προβλήματα της νευραλγικής αυτής υπηρεσίας, να εκσυγχρονιστεί και να εντατικοποιηθούν οι έλεγχοι των εργοδοτών, προκειμένου να προστατευθεί ο εργαζόμενος στην αγορά εργασίας την ώρα που διαμορφώνονται σκληρές συνθήκες για την επιβίωσή του.

Η λήψη μέτρων για την προστασία των ανέργων και η δημιουργία θέσεων εργασίας για τους μακράς διαρκείας ανέργους από νέες πηγές απασχόλησης που σχετίζονται με κοινωνικές ανάγκες δεν αποτελούν διαφαινόμενες λύσεις στο πρόβλημα που μαστίζει αυτή την εποχή τη χώρα μας και απαιτεί τη συστηματική παρακολούθηση των εφαρμοζόμενων πολιτικών καταπολέμησης της ανεργίας.

 

Πρέπει να καταλάβουμε ότι η ανάκαμψη της ρημαγμένης ελληνικής οικονομίας προκύπτει μέσα από την αναγέννηση και την αναδιοργάνωση του πρωτογενούς και του δευτερογενούς τομέα παραγωγής, της τεχνολογίας της οικονομίας και την εξυγίανση της επιχειρηματικότητας. Χρυσή ευκαιρία για ανάπτυξη είναι η εφαρμογή σωστών πολιτικών σε ό,τι αφορά το γνωστό «πακέτο Γιούνκερ» ύψους 35 δισεκατομμυρίων ευρώ που είχε εξασφαλίσει η χώρα μας.

 

Όλα τα παραπάνω πρέπει να τα επιδιώξουμε! Να προσπαθήσουμε τουλάχιστον. Όχι, για εμάς! Για τα παιδιά μας, για τους νέους επιστήμονες, για τη νέα γενιά, για τους 250.000 Έλληνες που μέσα σε μια πενταετία αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό για να βρουν δουλειά. Το οφείλουμε σε μια γενιά δημιουργική και με όρεξη που δεν βρίσκει ευκαιρίες. Πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας για τη Θεσσαλονίκη του 2030. Πρέπει να επανασχεδιάσουμε την Θεσσαλονίκη των επόμενων δεκαπέντε ετών, γνωρίζοντας από τα λάθη του παρελθόντος και αποφεύγοντάς τα στο μέλλον!

 

Το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης θα συμβάλλει όπου του ζητηθεί για αυτό το σκοπό. Συγχαρητήρια για την πρωτοβουλία της διοργάνωσης αυτού του πολύ σημαντικού και ενδιαφέροντος συνεδρίου.

 

Σας ευχαριστώ!